Υγεία

Παρβοεντερίτιδα (τύφος)

Νόσος του Carre ( μόρβα)

Ηπατίτιδα από αδενοϊό λεπτοσπύρωση

 

 

Eρλιχίωση 

Λύσσα

Αναπνευστική νόσος

ΠΑΡΑΣΙΤΑ

Η Εχινοκοκκίαση

Λευκοκύτταρα

Η Δεμοδήκωση

Λεισμανίαση (καλαζααρ)

Η δυσπλασία ισχίου

Διροφιλαρίωση

καλαζαρ-001-534x356

Ο εμβολιασμός πρέ­πει να γίνεται μόνο από κτηνίατρο και να συνοδεύεται από σφραγίδα και υπογραφή σε βιβλιάριο ασθενείας.  Ο πρώτος εμβολιασμός είναι δυνατό να γίνει στην ηλικία των 35 ημερών. Στη συνέ­χεια οι εμβολιασμοί επαναλαμβάνονται κάθε 15-30 ημέ­ρες εωσότου συμπληρωθούν οι 4 μήνες ζωής του σκύλου με τελευταίο τον εμβολιασμό έ­ναντι του ιού της λύσσας. Η μετάδοση των νοσημάτων είναι πιθανόν να γίνει από την επαφή των ζώων μεταξύ τους αλλά και από τα υποδήματα των ιδιοκτητών. Ιδιαίτερη προσοχή πρέ­πει να δοθεί στην επαφή του ζώου σας με το κόπρανα άλλων σκύλων. Το σκυλάκι που δεν έ­χει ολοκληρώσει τη σειρά εμβολίων θα πρέ­πει οπωσδήποτε να παραμέ­νει μέ­σα στο σπίτι και να μην έ­ρχεται σε επαφή με άλλα ζώα.
Τα εμβόλια που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά αφορούν τα παρακάτω νοσήματα


Παρβοεντερίτιδα (τύφος)
. Ιογενέ­ς νόσημα το οποίο προσβάλλει τον εντερικό βλεννογόνο των ζώων με κύρια συμπτώματα την ανορεξία, αιμορραγική διάρροια και έ­μετο. έˆχουν διαπιστωθεί και αιφνίδιοι θάνατοι κουταβιών από προσβολή του μυοκαρδίου. Η εργαστηριακή διάγνωση γίνεται εύκολα και ο ιός μπορεί να ανιχνευθεί στα κόπρανα.

Νόσος του Carre ( μόρβα). Ιογενέ­ς νόσημα το οποίο προσβάλλει  το αναπνευστικό, το νευρικό και το πεπτικό σύστημα. Η πρόγνωση είναι δυσμενής και συνήθως η κατάληξη είναι ο θάνατος του ζώου. Η εργαστηριακή διάγνωση είναι πάρα πολύ δύσκολη.

Ηπατίτιδα από αδενοϊό
Λεπτοσπείρωση
που οφείλεται σε Leptospira Canicola και Leptospira Icterohaemorrhagiae. Εντερίτιδα από κοροναϊό. Ο κοροναϊος προκαλεί γαστροεντερίτιδα και σπάνια αναπνευστικά προβλήματα. Τα ποσοστά  θνησιμότητας με την κατάλληλη ιατρική φροντίδα δεν είναι υψηλά.


Λύσσα.
Ιδιαίτερα σοβαρή ζωοανθρωπονόσος. Τα τελευταία πενήντα και πλέ­ον χρόνια στην Ελλάδα δεν έ­χει διαπιστωθεί κρούσμα λύσσας σε σκύλο ή ανθρωπο. Είναι υποχρεωτικός από το νόμο ο ετήσιος εμβολιασμός των σκύλων. Ισχυρισμοί ότι το εμβόλιο έ­ναντι του ιού μειώνει την οσφρητική ικανότητα του σκύλου δεν ευσταθούν επιστημονικά.

Αναπνευστική νόσος που προκαλείται από τον ιό της Parainfluenza και της Bordetella bronchiseptica.
 Τα παραπάνω εμβόλια πρέ­πει να επαναλαμβάνονται μια φορά το χρόνο. Συνήθως δεν προκαλούν καμία παρενέ­ργεια στον οργανισμό αλλά συνίσταται η παρακολούθηση του ζώου μία ώρα μετά τον εμβολιασμό, έ­τσι ώστε αν το ζώο σας εμφανίσει αλλεργική αντίδραση να προσκομιστεί άμεσα στον κτηνίατρο.

ΠΑΡΑΣΙΤΑ!   ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΤΕ ΤΑ.

Ο αποπαρασιτισμός είναι πρωταρχικής σημασίας για την υγεία του ζώου και του περιβάλλοντος. Τα παράσιτα τα διαχωρίζουμε σε ενδοπαράσιτα και σε εξωπαράσιτα. Ενδοπαράσιτα είναι όλα εκείνα τα παράσιτα που πολλαπλασιάζονται και αναπτύσσονται στον εντερικό σωλήνα. Τα συνήθη ενδοπαράσιτα του σκύλου είναι οι Νηματώδεις έ­λμινθες (Ασκαρίδες, Αγγυλόστομα, Τρίχουροι) και τα Κεστώδη (Εchinococcus granulosus, Εchinococcus multilocularis, Dipylidium caninum, Taenia spp, Multiseps multisteps και images (7)Mesocestoides spp). Υπάρχουν πολλά σκευάσματα στην ελληνική αγορά που δίδονται από το στόμα, με τη μορφή πάστας ή χαπιών. Ο ιδιοκτήτης θα πρέ­πει να γνωρίζει ότι τα κτηνιατρικά σκευάσματα είναι πιο αποτελεσματικά απ΄ότι τα ανθρώπινα. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παρουσία παρασίτου στα κόπρανα του σκύλου θα πρέ­πει να ενημερωθεί ο κτηνίατρος αλλά και ο γιατρός της οικογέ­νειας ειδικά αν κάποιο μέ­λος αυτής ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου, ( μικρά παιδιά, υπερήλικες).Εξωπαράσιτα είναι όλα εκείνα τα παράσιτα που κατοικούν στην επιφάνεια του δέ­ρματος του σκύλου. Είναι τα τσιμπούρια, οι ψύλλοι, οι ψείρες. Εκτός από τους κρότωνες (τσιμπούρια) τα υπόλοιπα εξωπαράσιτα δεν έ­χουν ως ξενιστή τον άνθρωπο, άρα δεν μπορούν να μας κολλήσουν. έˆχουν αναφερθεί περιστατικά έ­ντονης αλλεργικής δερματίτιδας από ψύλλους. Σ¨έ­να ζώο εξωπαράσιτα μπορεί να μεταφερθούν είτε από άλλο ζώο ,είτε από το περιβάλλον (π.χ χώμα, ξύλα).

Η Εχινοκοκκίαση
είναι μια παρασιτική νόσος του ανθρώπου και των ζώων δηλαδή των σαρκοφάγων (σκύλος, λύκος, κλπ και των φυτοφάγων (βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοίροι). Προκαλείται από έ­να παράσιτο μία ταινία δηλαδή μικρού μήκους που ονομάζεται Echnonococcus granulosus που είναι το είδος που απαντά στην περιοχή μας και γενικά στην λεκάνη της Μεσογείου ενώ αντίθετα στα βορειότερα γεωγραφικά πλάτη απαντάται ο Echinococcus multiloculatis.

Ας δούμε όμως πως είναι ο βιολογικός κύκλος του παρασίτου γιατί έ­τσι θα γίνει κατανοητή και η παθογέ­νειά του. Το παράσιτο ζει στο έ­ντερο των σαρκοφάγων ζώων όπως αυτά αναφέ­picmonkey-collage106ρθηκαν προγενέ­στερα χωρίς να προκαλεί νόσημα ή όποια ενόχληση στον ξενιστή δηλαδή στον σκύλο, τον λύκο ή το τσακάλι.
Εκεί το παράσιτο πολλαπλασιάζεται και γεννά αβγά τα οποία παθητικά βγαίνουν και σκορπίζονται στο περιβάλλον με τα κόπρανα των σαρκοφάγων ζώων.
Τα αβγά αυτά του Εχινονοκόκκου είναι ανθεκτικά στις εξωτερικέ­ς συνθήκες του περιβάλλοντος. Τα φυτοφάγα ζώα δηλαδή τα βοοειδή, τα αιγοπρόβατα, οι χοίροι αλλά και τα άγρια π.χ. ελάφια, ζαρκάδια βοσκώντας τα χόρτα στα λιβάδια παίρνουν στον οργανισμό τους άθελα και τα αβγά του εχινόκοκκου που ενδεχομέ­νως βρίσκονται εκεί.
Τα αβγά από το στομάχι των ζώων περνούν στην κυκλοφορία του αίματος και εγκαθίστανται στα εσωτερικά όργανα δηλαδή στο ήπαρ, και στους πνεύμονες κυρίως.
Η επιλογή αυτή των οργάνων οφείλεται στην έ­ντονη κυκλοφορία αίματος που υπάρχει εκεί άρα εκεί καθηλώνονται περισσότερα αβγά.

Τα αβγά αυτά μετατρέ­πονται σε λίγο σε κύστεις αδρανείς ενώ ο οργανισμός του φυτοφάγου ζώου αντιδρά περιχαρακώνει την κύστη εναποθέ­τοντας ιόντα ασβεστίου και έ­τσι οι κύστεις παίρνουν έ­να υπόλευκο χρώμα και περιέ­χουν μέ­σα έ­να έ­μβρυο του παρασίτου (από το μετεξελιχθέ­ν αβγό).
Το έ­μβρυο περιλούεται από έ­να διαυγέ­ς υγρό για αυτό και οι κύστεις. λέ­γονται και υδάτιδες κύστεις. Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτών και παρά το γεγονός ότι δημιουργούνται πολλέ­ς κύστεις σε κάθε όργανο π.χ. 8-20 στο ήπαρ 5-10 στους πνεύμονες κ.ο.κ. δεν δημιουργούν κλινικά συμπτώματα στα φιλοξενούντα αυτέ­ς ζώα.

Η φύση προνόησε έ­τσι, ή η οικονομία του παρασίτου προέ­βλεψε; να παραμέ­νουν εκεί για χρόνια μέ­χρις ότου τα φυτοφάγα αυτά ζώα, αν ζούσαν σε άγρια κατάσταση – όπως πριν από εκατομμύρια χρόνια – να κατασπαραχθούν από τα σαρκοφάγα οπότε τρώγοντας τα σπλάχνα θα τρώνε και τις κύστεις οι οποίες μόλις φθάσουν στο έ­ντερο του σαρκοφάγου ελευθερώνονται αναπτύσσονται και μετατρέ­πονται σε πλήρη παράσιτα (ταινίες) και έ­τσι κλείνει ο κύκλος ζωής του παρασίτου. Αν τα φυτοφάγα δεν γίνουν βορά των σαρκοφάγων αλλά πεθάνουν οι κύστεις χάνονται. Δηλαδή στο παράσιτο εμφανίζεται έ­να βιολογικό αδιέ­ξοδο.
Ας δούμε όμως πως εμπλέ­κεται στην όλη ιστορία και ο άνθρωπος. Αν δεν υπήρχε η εμπλοκή αυτή ο κύκλος του εχινόκοκκου – σαρκοφάγα ενήλικο παράσιτο φυτοφάγα κύστεις – θα ήταν ασήμαντο και δεν θα απασχολούσε καθόλου την ιατρική, ούτε και την κτηνιατρική.

Όμως ο άνθρωπος εμπλέ­κεται γιατί μολύνεται όπως τα φυτοφάγα από αβγά που καταπίνει κυρίως μαζί με λαχανικά ωμά που έ­χουν ρυπανθεί από κόπρανα σαρκοφάγων. Οι κύστεις αναπτύσσονται και σε αυτόν όπως και στα φυτοφάγα και επιπλέ­ον και στον εγκέ­φαλο (λόγω της μεγάλης αιμάτωσης). Στον άνθρωπο όμως εμφανίζονται και κλινικά συμπτώματα λόγω της μεγαλύτερης διάρκειας ζωής του και λόγω του ό,τι οι κύστεις γίνονται καμία φορά εξαιρετικά ογκώδεις .

Η θεραπεία στον άνθρωπο είναι μόνο χειρουργική και αναλόγως της εντόπισης της κύστης η επέ­μβαση είναι σοβαρή ή περισσότερον σοβαρή. Συνεπώς κεφαλαιώδη σημασία έ­χει η πρόληψη που συνίσταται:
α) Στην αποφυγή λήψεως αβγών, δηλαδή στην προσεκτική κατανάλωση νωπών λαχανικών και την διατήρηση κανόνων προσωπικής υγιεινής,
β) στην αποπαρασίτωση των σκύλων μια και αυτός ζει κοντά στον άνθρωπο και θεωρείται η κύρια πηγή εξάπλωσης των αβγών του εχινόκοκκου πάντα με τις προϋποθέ­σεις που αναφέ­ρθηκαν πιό πάνω. Όμως προσοχή ο κάθε σκύλος για να αποβάλει αβγά με τα κόπρανά του πρέ­πει να έ­χει το παράσιτο στο έ­ντερό του και για να το έ­χει πρέ­πει να καταναλώσει ωμά σπλάχνα φυτοφάγων και να περιέ­χουν κύστεις εχινόκοκκου. Όμως οι κύστεις είναι μεγάλες ευδιάκριτες – δεν είναι δηλαδή κάτι το κρυφό ή ύπουλο. Είναι στην επιφάνεια άσπρες και δύσκολα ξεφεύγουν από την παρατήρηση, επιπλέ­ον η πιθανότητα για έ­να σκύλο του σπιτιού μας να φάει ωμά σπλάχνα με κύστεις είναι ανύπαρκτη.
Η περίπτωση δηλαδή να έ­χουν οι κατοικίδιοι καλά και προσεκτικά διαιτώμενοι σκύλοι εχινόκοκκους στο έ­ντερο είναι απίθανη υπό κανονικέ­ς συνθήκες. Παρά ταύτα επειδή στο παρελθόν η εχινοκοκκίαση έ­κανε θραύση στην Ελλάδα υπάρχει μια μεγάλη φοβία στον ελληνικό πληθυσμό και θα έ­λεγε κανείς ότι υπάρχει υπερχορήγηση αντιπαρασιτικών δισκίων στους σκύλους. Πολλέ­ς φορέ­ς όμως οι σκύλοι έ­χουν άλλα παράσιτα π.χ. Dipylidium caninum (χωρίς εμπλοκή του ανθρώπου) έ­τσι η χορήγηση είναι χρήσιμη και από την σκοπιά αυτή.
Η χορήγηση των αντιπαρασιτικών δισκίων σε μια συχνότητα από μια φορά έ­ως 4 τον χρόνο εξασφαλίζουν έ­να «καθαρό» έ­ντερο σκύλου. Θα πρέ­πει να σημειωθεί εδώ ότι η χορήγηση των δισκίων αυτών δεν έ­χει μακροχρόνια δράση αλλά δίδονται με βάση την πιθανότητα μόλυνσης. έˆτσι έ­νας σκύλος που ζει απομονωμέ­νος και τρέ­φεται από σπιτικά ή βιομηχανικά φαγητά και μία φορά τον χρόνο αν παίρνει είναι αρκετή.
Αντίθετα έ­νας σκύλος αδέ­σποτος ή έ­νας κυνηγετικός που βγαίνει και απομακρύνεται πολύ θα έ­πρεπε να παίρνει τουλάχιστον μετά την λήξη της κυνηγετικής περιόδου την αναλογούντα δόση αντιπαρασιτικών.
Συνήθως οι ζωόφιλοι των πόλεων οδηγούμενοι από αγάπη, φοβία ή προκατάληψη και με την συνδρομή των Κτηνιάτρων δίδουν ανελλιπώς προληπτικά αντιπαρασιτικά φάρμακα. Ενώ στα αδέ­σποτα και στα κυνηγητικά η χορήγηση είναι είτε μηδενική (αδέ­σποτα) είτε σποραδική (κυνηγητικά).
γ) Η πρόληψη είναι καταλυτική αν όλα τα προς κρεοπαραγωγή φυτοφάγα σφάζονται και επιθεωρούνται από τους εντεταλμέ­νους Κτηνιάτρους σε οργανωμέ­να σφαγεία ενώ ο κτηνιατρικός μακροσκοπικός έ­λεγχος πρέ­πει να είναι ενδελεχής, δηλαδή να απορρίπτονται και κυρίως να καταστρέ­φονται επιμελώς τα σπλάχνα που έ­χουν κύστεις κυρίως πρέ­πει να προσεχθεί η καταστροφή γιατί αν πεταχτούν θα γίνουν βορά των αδέ­σποτων σκύλων και το πρόβλημα διαιωνίζεται. Ιδιαίτερη μνεία πρέ­πει να γίνει για τις γάτες. Ενώ ο κόσμος τις θεωρεί ότι είναι πηγή κινδύνου στην πραγματικότητα δεν παίζουν ρόλο στην μετάδοση του εχινόκοκκου. Αυτό για να μολυνθεί μία γάτα (με κύστεις όπως ο σκύλος των πόλεων) ο εχινόκοκκος που θα αναπτυχθεί στο έ­ντερο της γάτας δεν ωριμάζει δηλαδή δεν γεννάει αβγά άρα η γάτα δεν μολύνει το περιβάλλον. έ†ρα είναι αθώα, παρά την αντίθετη πληροφόρηση του κοινού γιατί παλιά και τα σχολικά βιβλία του Δημοτικού έ­γραφαν ότι δεν πρέ­πει τα παιδιά να χαϊδεύουν τις γάτες γιατί θα πάθουν εχινοκοκκίαση.

Όμως σε βορειότερα μέ­ρη όπως Γερμανία – Πολωνία κ.ο.κ. υπάρχει το είδος του εχινόκοκκου echnonococcus multilocutis. Αυτό το είδος απαντά και στις γάτες και εκεί η γάτα εμπλέ­κεται στην μετάδοση της εχινοκοκκίασης. Αλλά στην περιοχή της Μεσογείου δεν υπάρχει.
Εν κατακλείδι η πρόληψη, ο περιορισμός ίσως και η εκρίλωση της εχινοκοκκίασης είναι θέ­μα φιλότιμου μιας και αν ελεχθούν τα σφάγια και πλυθούν τα χόρτα και δοθούν αντιπαρασιτικά στους σκύλους ο κύκλος ζωής του παρασίτου σπάει σε πολλά σημεία με ωφέ­λεια της Δημόσιας Υγείας αλλά και της Εθνικής Οικονομίας.


Τα παρακάτω νοσήματα δεν καλύπτονται από εμβολιασμούς

Ερλιχίωση  Erlichia

Η Νόσος :Μια από τις χαρακτηριστικότερες νόσους που μεταδίδονται από τους κρότωνες, (τα γνωστά σε όλους μας τσιμπούρια), είναι η Ερλιχίωση του σκύλου. Νόσημα επικίνδυνο για τον σκύλο, που χαρακτηρίζεται από πτώση των  θρομβοκυττάρων* του αίματος, με άμεση συνέπεια την πρόκληση αιμορραγιών, και τον θάνατο του ζώου αν δεν εφαρμοσθεί εγκαίρως η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.

Ιστορικά στοιχεία: 
Η νόσος πρωτοπεριγράφηκε το 1935 στο Αλγέρι, και ονομάστηκε Ρικετσίωση του σκύλου. Από τότε έμεινε άγνωστη, μέχρι την εποχή του πολέμου του Βιετνάμ, οπότε περιγράφηκε σαν βαρεία νόσος των στρατιωτικών Αμερικάνικων σκύλων στη Νοτιοανατολική Ασία, ονομάστηκε Τροπική Παγκυτοπενία και μελετήθηκε προσεκτικότερα. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι η νόσος έχει παγκόσμια εξάπλωση.

Αίτιο: 
Η Ερλιχίωση του σκύλου είναι εμπύρετη νόσος του σκύλου και άλλων κυνιδών, και οφείλεται στον ρικετσιακό μικροοργανισμό Ehrlichia Canis, που παρασιτεί τα  
 λευκοκύτταρα * του αίματος.

Τρόπος Μετάδοσης:
 Η μετάδοση γίνεται από ζώο σε ζώο, μέσω τσιμπουριών του είδους Rhipicephalus Sanguineus.

Eξάπλωση: 
Η νόσος προσβάλλει τα οικόσιτα και άγρια ζώα που ανήκουν στην οικογένεια των κυνιδών. Εργαστηριακή μόλυνση έχει επιτευχθεί στο κογιότ , την αλεπού και το τσακάλι. Η εξάπλωση της νόσου είναι σχεδόν παγκόσμια. Περιστατικά έχουν αναφερθεί σε σκυλιά της Νοτίου και Βορείου Αμερικής, της Καραιβικής, της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Ευρώπης.

Η νόσος σημειώνει έξαρση συγχρόνως με την έξαρση των παρασιτώσεων από τσιμπούρια. Τα μολυσμένα σκυλιά παραμένουν σε κατάσταση φορέα μέχρι να ολοκληρωθεί η θεραπευτική τους αγωγή, έστω και αν δεν παρουσιάζουν συμπτώματα

Συμπτώματα: 
Το υπεύθυνο μικρόβιο πολλαπλασιάζεται μέσα στα λευκοκύτταρα του αίματος και προκαλεί  
πανκυτοπενία*. Ο θάνατος, όταν επέρχεται, οφείλεται στην ακατάσχετη αιμορραγία λόγω της μείωσης των θρομβοκυττάρων, ή στις δευτερεύουσες λοιμώξεις που οφείλονται στη μείωση των λευκοκυττάρων που αποτελούν τις αμυντικές μονάδες του οργανισμού.

Η νόσος διαιρείται από πλευράς συμπτωμάτων σε τρεις διαδοχικές φάσεις , την οξεία, την υποκλινική και την χρόνια:

  • α. οξεία φάση: Εμφανίζεται συνήθως κατά τους Ανοιξιάτικους μήνες, λίγο μετά την εμφάνιση των τσιμπουριών. Το ζώο που πάσχει, έχει συνήθως στο δέρμα του τσιμπούρια. Τα πρώτα κλινικά συμπτώματα παρουσιάζονται συνήθως 10-20 ημέρες μετά την μόλυνση και είναι ελαφριάς μορφής : Κυματοειδής πυρετός, μερική ή πλήρης ανορεξία, κατάπτωση, μικρή απώλεια βάρους. 
    Σπανιότερα παρατηρείται μικρή διόγκωση των λεμφογαγγλίων, ελαφρά θόλωση του κερατοειδούς*, επιπεφυκίτιδα*, διάμεση πνευμονία, οίδημα των άκρων και του όσχεου και εμετός. Σε μερικές περιπτώσεις πιθανόν να παρατηρηθούν μικρές αιμορραγίες. 
    Στη φάση αυτή, παρά το γεγονός ότι κατά την εξέταση αίματος παρατηρείται συνήθως έντονη θρομβοκυτταροπενία (πτώση του αριθμού των αιμοπεταλίων του αίματος, που φυσιολογικά πρέπει να βρίσκονται μεταξύ 200.000 και 450.000 ), δεν παρατηρούνται συνήθως οι τυπικές αιμορραγικές εκδηλώσεις της νόσου που χαρακτηρίζουν το σύνδρομο της αιμορραγικής διάθεσης (πετέχειες στο δέρμα και τους βλεννογόνους, ρινορραγία, αιματουρία κ.λ.π) 
    Η πρώτη αυτή «εμπύρετη φάση» διαρκεί από 4 ημέρες μέχρι και 3 εβδομάδες, και ακολουθείται από την ‘υποκλινική φάση?.
  • β. Υποκλινική φάση : Κατα την φάση αυτή, που διαρκεί 40-120 ημέρες, άν και τα κλινικά συμπτώματα υποχωρούν και το ζώο εμφανίζεται σαν να έχει θεραπευτεί, τα αιματολογικά ευρήματα είναι συνήθως παρόμοια με εκείνα της οξείας φάσης, δηλαδή λευκοκυττάρωση, υποπλαστική αναιμία* και έντονη θρομβοκυτταροπενία .
  • γ. Χρόνια φάση: Η χρόνια φάση αποτελεί την τελική φάση της νόσου. Τα συνήθη κλινικά συμπτώματα είναι : κατάπτωση και ληθαργικότητα, πυρετός, ωχρότητα βλεννογόνων, προοδευτική απώλεια βάρους, πετέχειες και εκχυμώσεις στο δέρμα και τους βλεννογόνους, και ρινορραγία ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη.
    Η ρινορραγία παρουσιάζεται συνήθως απότομα και είναι ιδιαίτερα έντονη και επίμονη. Αποτέλεσμα των αιμορραγιών είναι η σοβαρή οξεία αιμορραγική αναιμία. 
    Συνήθως η χρόνια φάση της νόσου εμφανίζεται κατά τους φθινοπωρινούς ή χειμερινούς μήνες, και έτσι τις περισσότερες φορές τα πάσχοντα ζώα δεν έχουν τσιμπούρια στο δέρμα τους κατά την διάρκεια αυτής της φάσης. 
    Σε ορισμένες ράτσες σκύλων όπως π.χ. στα λυκόσκυλα, είναι δυνατόν η χρόνια φάση να παρουσιάζει δύο διαφορετικές μεταξύ τους μορφές, που χαρακτηρίζονται σαν » ήπια χρόνια» και σαν «σοβαρή χρόνια» μορφή.
    Η «ήπια χρόνια» μορφή στα λυκόσκυλα δεν διαφέρει πολύ από τη χρόνια μορφή που παρατηρείται στις άλλες ράτσες.
    Αντίθετα, η «σοβαρή χρόνια» μορφή, είναι βαρύτατη και συχνά μοιραία, έστω και αν εφαρμοσθεί θεραπεία. Στη μορφή αυτή, παρουσιάζονται οξύτατα κλινικά συμπτώματα 60-120 ημέρες μετά τη μόλυνση, και περιλαμβάνουν οξεία πανλευκοπενία, κατήφεια, ανορεξία, αδυνάτισμα και έντονες αιμορραγίες από τις ρινικές κοιλότητες, τα ούλα, το ουροποιητικό σύστημα, το πεπτικό κ.λ.π. Συχνά συνυπάρχουν δευτερεύουσες βακτηριακές μολύνσεις.
    Στα σκυλιά που δεν εφαρμόζεται θεραπεία, επέρχεται ο θάνατος μέσα σε μερικές ώρες έως λίγες ημέρες μετά την έναρξη των αιμορραγιών.

Διάγνωση- Θεραπεία: Φυσικά, η διάγνωση και η θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενειών, δεν αποτελεί αντικείμενο του ιδιοκτήτη, αλλά του Κτηνιάτρου.
Ο Κτηνίατρος διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις που χρειάζονται για να αντιμετωπίσει κατάλληλα το πρόβλημα αφ’ενός, αλλά και να το διαγνώσει σωστά. Διότι η διάγνωση δεν είναι και τόσο απλή από τον μη ειδικό, δεδομένου ότι τα κλινικά συμπτώματα δεν είναι παθογνωμονικά της Ερλιχίωσης. Η θρομβοκυτταροπενία, η λευκοπενία και η αναιμία παρουσιάζονται και σε άλλες νόσους, όπως για παράδειγμα στην Πιροπλάσμωση. Η αιμορραγίες και ιδιαιτέρως η αιμορραγία από τις ρινικές κοιλότητες, μπορεί να οφείλονται και σε Λεϊσμανίαση, (Kala-azar), δηλητηριάσεις, Νεοπλασίες-όγκους των ρινικών κοιλοτήτων, ή ξένα σώματα (π.χ. αγκάθια). Ευθύνη του ιδιοκτήτου είναι η γρήγορη επίσκεψη στον κτηνίατρο, αμέσως μόλις αντιληφθεί ότι το ζώο του παρουσιάζει οτιδήποτε το μη φυσιολογικό.
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η Ερλιχίωση, εφ’όσον διαγνωσθεί εγκαίρως και δοθεί η κατάλληλη θεραπεία, είναι νόσος που θεραπεύεται στις περισσότερες των περιπτώσεων.

Πρόληψη: Η πρόληψη της Ερλιχίωσης συνίσταται στην συστηματική και προσεκτική καταπολέμηση των τσιμπουριών, τόσο επάνω στο σώμα των ζώων, όσο και στο περιβάλλον τους. Η εφαρμογή προληπτικών μέσων, ( αντιπαρασιτικά περιλαίμια και σκευάσματα ), πριν την εμφάνιση των τσιμπουριών στο ζώο, αποτελεί την καλλίτερη αντιμετώπιση του κινδύνου μολύνσεως.

Σχέση με την δημόσια υγεία: Η Ερλιχίωση δεν προσβάλλει τον άνθρωπο. Η επαφή επομένως με τα ασθενή ζώα και χορήγηση θεραπείας σε αυτά, δεν δημιουργεί κινδύνους για τους ιδιοκτήτες.

Θρομβοκύτταρα ή Αιμοπετάλια : Πρόκειται για κύτταρα του αίματος που παράγονται στον μυελό των οστών και παίζουν βασικό ρόλο στην πήξη του αίματος. Σε ένα υγιή σκύλο ο αριθμός των θρομβοκυττάρων κυμαίνεται απο 200,000-450,000 ανα κυβικό χιλιοστο αίματος. Η πτώση των θρομβοκυττάρων σε χαμηλά επίπεδα, συνεπάγεται την αδυναμία του οργανισμού να σταματήσει τις αιμορραγίες

Λευκοκύτταρα.Πρόκειται για τα λευκά αιμοσφαίρια του αίματος. Παράγονται στον μυελό των οστών, τους λεμφαδένες, την σπλήνα κ.λ.π. Είναι οι αμυντικές μονάδες του οργανισμού στον αγώνα κατά των λοιμώξεων, αφ’ενός «τρώγοντας» τα μικρόβια και αφ’ετέρου παράγοντας αντισώματα. Σε ένα υγιή σκύλο ο αριθμός των λευκοκυττάρων κυμαίνεται απο 6000-18000 ανα κυβικό χιλιοστό αίματος. Η πτώση του αριθμού των λευκοκυττάρων σε χαμηλά επίπεδα συνεπάγεται την μείωση του οργανισμού να αντισταθεί στις διάφορς λοιμώξεις.

Πανκυτοπενία: Oνομάζεται η ελάττωση όλων των κυττάρων του αίματος. Δηλαδή μείωση του αριθμού τόσο των ερυθρών αιμοσφαιρίων, όσο και των λευκών αιμοσφαιρίων και των θρομβοκυττάρων.

Κερατοειδής: Πρόκειται για το πρόσθιο διαφανές τμήμα του ματιού.

Επιπεφυκίτις : Φλεγμονή του επιπεφυκότα, του εσωτερικού δηλαδή τμήματος των βλεφάρων που έρχεται σε επαφή με τα μάτια, που χαρακτηρίζεται απο έντονη ερυθρότητα και παρουσία πυωδών εκκριμμάτων.

Αναιμία: Η πτώση του αριθμου τω ερυθρών αιμοσφαιρίων του αίματος, ή της αιποσότητας της αιμοσφαιρίνης που περιέχεται στα αιμοσφαίρια, και χαρακτηρίζεται απο ωχρότητα (άσπρισμα) των βλεννογόνων. Ιδιαίτερα όταν υπάρχουν εσωτερικές αιμορραγίες, οι βλεννογόνοι παρουσιάζουν χρώμα πορσελάνης

Nίκος Τριανταφύλλου – Κτηνίατρος

Η Δεμοδήκωση

Αιτιολογία
Η δεμοδήκωση προκαλείται από το παράσιτο Demodex Canis το οποίο βρίσκεται στο δέρμα υγειών σκύλων (θυλάκια τριχών και σμηγματογόνους αδένες). Τα σκυλιά μολύνονται από τη μητέρα τους τις πρώτες ημέρες (3-4) της ζωής τους, με άμεση επαφή.

Παθογένεια
Σύμφωνα με μελέτες, το Demodex canis μπορεί να βρεθεί στο δέρμα κάθε σκύλου αλλά για να εκδηλωθεί η ασθένεια θα πρέπει να υπάρχουν προδιαθεσικοί παράγοντες όπως κακές συνθήκες υγιεινής, διατροφής, συχνά μπάνια, άλλες συνυπάρχουσες ασθένειες (διαβήτης,καρκινογενέσεις κ.α.). Σημαντικό ρόλο παίζει η κληρονομική προδιάθεση. Η δεμοδήκωση δεν μεταδίδεται σε άλλους σκύλους ή στον άνθρωπο.

Συμπτωματολογία
Οι αλλοιώσεις εντοπίζονται στο δέρμα και περιλαμβάνουν ερύθημα, αλλωπεκία, υπερχρωμία, εφελκίδες, εξοίδηση (πρήξιμο) δέρματος, φλύκταινες, έλκη, λειχηνοποίηση, συρίγγια.

Διακρίνονται 3 μορφές δεμοδήκωσης:

  • Εντοπισμένη μορφή- νοσούν κυρίως νεαρά σκυλιά (3-6 μηνών). Εμφανίζεται με τις παραπάνω αλλοιώσεις στα μπροστινά πόδια και στο κεφάλι.Υπάρχει ήπιος ή καθόλου κνησμός. Σπάνια εξελίσσεται στη γενικευμένη μορφή
  • Γενικευμένη μορφή- νοσούν νεαρά και ενήλικα σκυλιά. Κάποιες ράτσες σκύλων έχουν προδιάθεση για την μορφή αυτή, όπως τα Boxer, Chow chow, Doberman, Μολοσσοί κ.α.

Υπάρχουν οι γνωστές αλλοιώσεις της δεμοδήκωσης αλλά σε πιο βαριά μορφή- αλλωπεκία, εξοίδηση, φλύκταινες, συρίγγια κ.α. καθώς και έντονος κνησμός που συνήθως οφείλεται στην πυώδη δερματίτιδα. Ακόμη είναι δυνατόν να εμφανιστεί πυρετός, λεμφαδενοπάθεια, εξωτερική ωτίτιδα, αδυναμία, ανορεξία, σηψαιμία με θανατηφόρο κατάληξη.

  • Δεμοδηκτική Ποδοδερματίτιδα. Οι αλλοιώσεις βρίσκονται κυρίως στα κάτω μέρη των ποδιών. Ενίοτε πρόκειται για αλλοιώσεις που παραμένουν μετά από θεραπεία της γενικευμένης μορφής.

Διάγνωση
Γίνεται από τον κτηνίατρο μετά από μικροσκοπική εξέταση ξεσμάτων από τις δερματικές αλλοιώσεις. Σπάνια θα χρειαστεί βιοψία δέρματος.

Πρόγνωση
Είναι καλή στην εντοπισμένη μορφή και σε νεαρά ζώα. Στην γενικευμένη μορφή κυρίως των ενηλίκων σκύλων, η πρόγνωση είναι επιφυλακτική, διότι πολλές φορές η δεμοδήκωση συνοδεύεται από άλλες σοβαρές ασθένειες οι οποίες επηρεάζουν την υγεία του ζώου.

Θεραπεία
Στην εντοπισμένη μορφή συνήθως υπάρχει αυτοίαση χωρίς καμία θεραπευτική αγωγή.

Στη γενικευμένη μορφή η θεραπεία είναι δύσκολη και απαιτεί καλή συνεργασία μεταξύ ιδιοκτήτη και κτηνιάτρου. Η διάρκεια της θεραπείας είναι μεγάλη (συχνά για 3- 6 μήνες). Περιλαμβάνει παρασιτοκτόνα φάρμακα (αμιτράζη, ιβερμεκτίνη, μιμπλεμυκίνη ) για εξωτερική και συστηματική χορήγηση. Συχνά προηγείται θεραπεία με αντιβιοτικά και αντισηπτικά λουτρά, για την πυώδη δερματίτιδα.

Πρόληψη
Συστήνεται στείρωση σε θηλυκά σκυλιά που γέννησαν άρρωστα κουτάβια καθώς και αποκλεισμός από την αναπαραγωγή των ζώων που στη ζωή τους νόσησαν από δεμοδήκωση.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε μια αμπούλα με εξαιρετικά αποτέλεσμαΧρησιμοποιείται 1 ανά 15 ημέρες για 3 συνεχόμενες φορές και μετα όπως οι απλές αμπούλες για τσιμπούρια και ψίλους

Η δυσπλασία του ισχίου    Η δυσπλασία του ισχίου στο σκύλο είναι μία παθολογική κατάσταση που αφορά τη μία ή και τις δύο αρθρώσεις του ισχίου, σε σχέσει με τον στηρικτικό και κινητικό ρόλος της. Η άρθρωση αυτή συνδέει το οπίσθιο άκρο με τον κορμό του ζώου. Οι αρθρικές επιφάνειες που την αποτελούν είναι αυτή του μηριαίου οστού και της κοτύλης. Η κοτύλη δεν είναι άλλο παρά ένα κυκλικό βαθούλωμα, που περιβάλλει την κεφαλή του μηριαίου, ώστε να επιτρέπει την κίνηση της, αλλά παράλληλα να την συγκρατεί. Οι επιφάνειες αυτές, όπως και όλες οι αρθρικές επιφάνειες επικαλύπτονται από έναν προστατευτικό μαλακό ιστό, τον αρθρικό χόνδρο. Η άρθρωση αυτή προκειμένου να είναι πλήρως λειτουργική χρειάζεται να είναι σωστά ανεπτυγμένη. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως αυτό δεν συμβαίνει. Η άρθρωση τότε έχει μη κανονικό σχήμα κάτι που οδηγεί στην εκφύλισή της.Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται δυσπλασία του ισχίου. Προκαλείται από μια pic-2-1764x700χαλαρότητα των μυών, του συνδετικού ιστού αλλά και συνδέσμων που στηρίζουν την άρθρωση. Η χαλαρότητα επιτρέπει την μη στενή επαφή των οστών, με αποτέλεσμα την αλλαγή του μεγέθους και του σχήματος των αρθρικών επιφανειών. Τα περισσότερα δυσπλαστικά σκυλιά γεννιούνται με φυσιολογικές αρθρώσεις, λόγω όμως του γενετικού τους προφίλ, αλλά και άλλων παραγόντων αποκτούν την παραπάνω χαλαρή σύνδεση των στοιχείων της άρθρωσης, με αποτέλεσμα αυτή τελικά να αλλοιώνεται.
Τα συμπτώματα οφείλονται κατά κύριο λόγο στην ανάπτυξη φλεγμονής στην άρθρωση λόγω της ανώμαλης τριβής των αρθρικών επιφανειών μεταξύ τους. Σκύλοι όλων των ηλικιών μπορεί να τα εμφανίσουν. Σε σοβαρές περιπτώσεις, κουτάβια μόλις 5 μηνών αρχίζουν και δείχνουν πόνο και δυσφορία κατά την άσκηση. Χωρίς παρέμβαση τα προσβεβλημένα ζώα αυτά σε μεγαλύτερη ηλικία μπορεί να μην είναι σε θέση καν να βαδίσουν. Στις περισσότερες περιπτώσεις παρόλα αυτά, συμπτώματα εμφανίζονται σε μεγαλύτερης ηλικίας ζώα. Συγκεκριμένα τα συμπτώματα θυμίζουν πολύ αυτά μιας αρθρίτιδας στο ισχίο. Δηλαδή ο σκύλος μεταβάλλει τον τρόπο βαδίσματος ή είναι διστακτικός να βαδίσει. Ακόμα αντιδρά σε προσπάθειά μας να κάμψουμε ή να εκτείνουμε την εν λόγω άρθρωση. Επίσης δυσκολεύεται να ανέβει σκάλες και είναι λιγότερο δραστήρος. Τελικά οι μυς των οπίσθιων άκρων ατροφούν και ο σκύλος αδυνατεί να σταθεί μόνος του. Συχνά ο ιδιοκτήτης ενός τέτοιου ζώου αγνοεί όλα αυτά τα συμπτώματα θεωρώντας, πως οφείλονται στην προχωρημένη ηλικία του κατοικιδίου του, ενώ ξαφνιάζεται, όταν αυτά υποχωρούν με την κατάλληλη αγωγή. Η δυσπλασία του ισχίου είναι μια κατάσταση που εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα σε μεγαλόσωμες φυλές σκύλων, όπως το Γερμανικό Ποιμενικό, το Μεγάλο Δανό, το Labrador Retriever, το Rottweiller, το GoldenRetriever και τον Saint Bernard. Αυτό όμως δεν αποκλείει την εμφάνισή του και σε άλλες φυλές. Αφορά κυρίως καθαρόαιμα ζώα.

   Η ακριβής αιτιολογία της δυσπλασίας του ισχίου δεν είναι γνωστή και γι’ αυτό μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Οι παράγοντες που μπορεί να είναι υπεύθυνοι είναι:

1.- Γενετικοί: Είναι γενικά παραδεκτό ότι τα γονίδια παίζουν σημαντικότατο ρόλο στην εμφάνιση του νοσήματος. Για το λόγο αυτό, ζώα που είναι διεγνωσμένα με δυσπλασία του ισχίου δεν χρησιμοποιούνται για αναπαραγωγικούς σκοπούς, καθώς είναι πολύ πιθανό οι απόγονοι τους να πάσχουν από το ίδιο πρόβλημα. Αντίθετα, δύο ζώα που στο οικογενειακό ιστορικό απουσιάζει το νόσημα μπορούν να διασταυρωθούν με σχετική ασφάλεια.

2.- Διατροφή: Φαίνεται πως η υπερκατανάλωση τροφής και η παχυσαρκία έχουν μεγάλη επίδραση στην ένταση των συμπτωμάτων, καθώς το παχύσαρκο ζώο επιβαρύνει κατά πολύ μια ήδη δυσλειτουργική άρθρωση.

3.- Ασκηση: Η υπερβολική άσκηση μπορεί να επιβαρύνει την άρθρωση και να εντείνει τα συμπτώματα. Παρόλα αυτά κάθε ζώο πρέπει να ασκείται καθημερινά, απλώς αποφεύγοντας τις υπερβολές.

   Η διάγνωση γίνεται με συνδυασμό των συμπτωμάτων, των ευρημάτων της κλινικής εξέτασης από τον κτηνίατρο και της ακτινολογικής εξέτασης. Η οριστική διάγνωση δεν είναι πάντα εφικτή. Τα παραπάνω μέσα, παρόλα αυτά αποτελούν έναν πολύ καλό οδηγό για την εκτίμηση της κατάστασης του ζώου.

Αντιπετώπιση
Η δυσπλασία του ισχίου μπορεί να αντιμετωπιστεί τόσο χειρουργικά όσο και συντηρητικά, με τη χορήγηση δηλαδή φαρμακευτικών ουσιών. Η επιλογή της μεθόδου έχει να κάνει με την ηλικία, το μέγεθος και την κατάσταση του ζώου. Οι χειρουργικές μέθοδοι είναι ποικίλες και η επιλογή της πιο κατάλληλης αφορά την κατάσταση της άρθρωσης και την ηλικία του ζώου. Πολλές φορές όμως, προκειμένου να αποφευχθεί η επιβάρυνση του σκύλου με χειρουργικές επεμβάσεις, επιλέγεται η συντηρητική θεραπεία. Αυτή συμπεριλαμβάνει τη χορήγηση φαρμάκων που επιβραδύνουν την αλλοίωση της άρθρωσης και μειώνουν τον πόνο. Συμπληρωματικά επιδιώκεται έλεγχος του βάρους του ζώου και φυσιοθεραπευτική αγωγή. Σε κάθε περίπτωση πάντως, πλήρης ίαση δεν είναι εφικτή καθώς πολλές φορές οι αλλοιώσεις δεν είναι αναστρέψιμες. Πρέπει να τονιστεί η θετική επίδραση των συμπληρωμάτων διατροφής στη συγκεκριμένη νόσο.


Ουσιαστική πρόληψη δεν είναι εφικτή. Ο μόνος τρόπος αποφυγής εμφάνισης του νοσήματος, είναι με τη σωστή επιλογή ζώων για αναπαραγωγή, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ένα ζώο, ακόμα κι αν προέρχεται από υγιείς γονείς, δεν θα νοσήσει ποτέ. Τέλος η σωστή διατροφή, η καθημερινή όχι υπερβολική άσκηση και ο τακτικός κτηνιατρικός έλεγχος είναι μέτρα για την καλύτερη υγεία του ζώου.


Λεισμανίαση – Καλά Αζάρ

Η λεϊσμανίαση του σκύλου (ΛΣ) είναι μία σοβαρή και θανατηφόρα ζωοανθρωπονόσος που οφείλεται κυρίως στο πρωτόζωο Leismania infatum .

Διακρίνονται 3 μορφές Λεισμανίασης:

1.Τη δερματική (πιο συχνή)
2.Σπλαχνική –Καλά Αζάρ
3.Τη βλεννογονική – πιο σπάνια συνήθως Leismania Braziliensis

  Αυτά τα παράσιτα μολύνουν διάφορα είδη  ζώων, όπως τρωκτικά, σκύλους και ανθρώπους και μεταδίδονται με το τσίμπημα σκνίπας (του γένους Phlebotomus ). 
  Η σκνίπα είναι ο ενδιάμεσος ξενιστής της νόσου, μεταδίδει το παράσιτο όταν απομυζά το αίμα από τον ξενιστή δηλαδή τον σκύλο, τον άνθρωπο κτλ. 
 
ΔΕΝ ΜΕΤΑΔΙΔΕΤΑΙ ΑΠΟ ΣΚΥΛΟ ΣΕ ΣΚΥΛΟ
ΔΕΝ ΜΕΤΑΔΙΔΕΤΑΙ ΑΠΟ ΣΚΥΛΟ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟ
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΕΙ Η ΣΚΝΙΠΑ
 
  Υπάρχουν διάφορες υποθέσεις που προσπαθούν να εξηγήσουν ένα γεγονός : για κάθε μολυσμένο άνθρωπο αντιστοιχούν 1500 μολυσμένοι σκύλοι…
Μια υπόθεση είναι ότι υπάρχουν σκνίπες ανθρωπόφιλες και ζωόφιλες, δηλ. που προτιμούν να τσιμπούν μόνο ανθρώπους ή ζώα
Μια άλλη υπόθεση είναι ότι οι σκύλοι είναι πιο ευαίσθητοι απ’ τον άνθρωπο στην εκδήλωση της νόσου και γι’ αυτό αποτελούν και τη δεξαμενή του παρασίτου
Επειδή η νόσος έχει άμεση συσχέτιση με το ανοσοποιητικό σύστημα η εκδήλωσή της εξαρτάται άμεσα από την κατάσταση του ίδιου συστήματος. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι συναντάται πιο συχνά σε παιδιά υπερήλικες και ανοσοκατασταλμένους ανθρώπους ( πχ σε καρκινοπαθείς που υπόκεινται σε χημειοθεραπεία καθώς και σε ασθενείς με AIDS)
 
  Δυστυχώς πρόληψη 100% δεν υπάρχει. Πρόσφατα κυκλοφόρησε εμβόλιο το οποίο όμως βρίσκεται σε δοκιμαστική φάση και δεν μπορούμε να πούμε πως παρέχει 100% ασφάλεια. Έτσι ταυτίζεται με την προστασία από τις σκνίπες και τον συχνό ορολογικό έλεγχο των ζώων καθώς αυξάνουν τα ποσοστά επιτυχίας της αν κατανοηθούν κάποιες συνήθειες του εντόμου και ιδιαιτερότητες του ζώου <<θύματος>> της σκνίπας.  Οι σκνίπες στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται από το Μάιο έως τον Οκτώβριο(θερμοί μήνες) Έχουν περίπου το ένα τρίτο του μεγέθους του κουνουπιού, ζουν σε υγρά και σκοτεινά μέρη. Τους αρέσει να τρέφονται το βράδυ και τη μέρImageGenα συνήθως κοιμούνται. Πετούν σε απόσταση 2 χλμ. 
 
  Από τη στιγμή που η μολυσμένη σκνίπα θα τσιμπήσει το σκύλο σας μέχρι να εκδηλώσει τα πρώτα συμπτώματα το ζώο μπορεί να περάσουν από 2 μήνες μέχρι αρκετά χρόνια. Αυτό συμβαίνει γιατί η Λεισμάνια μεταξύ των άλλων είναι δυνατόν να δημιουργήσει φορείς που δεν εκδηλώνουν κλινικά τη νόσο αλλά μολύνουν τις σκνίπες του περιβάλλοντος με το παράσιτο. Για το λόγο αυτό η πρόληψη των νυγμάτων των εντόμων με τα κολάρα προστασίας και τα spot on δε σταματά όταν το ζώο μολυνθεί αντίθετα γίνεται πιο αυστηρή!
 
•Πάντα φορώ στο ζώο μου περιλαίμιο με deltamethrin-απομακρύνει τις σκνίπες για 4 μήνες
•Κάνω 2 φορές το χρόνο ορολογικές εξετάσεις στον κτηνίατρο. Μία όταν πέφτει η θερμοκρασία του περιβάλλοντος (Νοέμβριος) και μία την άνοιξη (Απρίλιος).
 
Παρ’ όλα τα μέτρα προστασίας το ζώο και πάλι ενδέχεται να μολυνθεί από Λεισμανίαση. Όμως η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να σώσει τη ζωή του.
 
Αν η διάγνωση γίνει έγκαιρα και δεν έχουν πειραχτεί ζωτικά όργανα όπως είναι το ήπαρ και οι νεφροί καθώς και αν γίνει σωστή θεραπεία και εξασφαλιστεί η καλή επικοινωνία με τον κτηνίατρο όσον αφορά την παρακολούθηση του άρρωστου ζώου τότε γενικά η πρόγνωση είναι καλή και υπάρχει η πιθανότητα οριστικής ίασης.
Σε αντίθετη περίπτωση το ζώο θα πεθάνει 3-24 μήνες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων.
 
Η θεραπεία της Λεισμανίασης είναι διπλή:
1.Χάπι που δίνεται κάθε 12 ώρες (Αλλοπουρινόλη).Το χάπι αυτό μπορεί να χρειαστεί να δίνεται και εφ’ όρου ζωής.
2.Σιρόπι (Μιλτεφοσίνη) που χορηγείται απ’ το στόμα 1 φορά τη μέρα για 28 ημέρες.
3.Εναλλακτικά ένεση (Αντιμονιούχος Μεγλουμίνη) που γίνεται μία φορά την ημέρα για 28 ημέρες.
 
Η θεραπεία τροποποιείται κατά περίπτωση.

Μόλις γίνει η διάγνωση της Λεισμανίασης  με τα διαγνωστικά kit Elisa πρέπει να γίνουν  εξετάσεις για να ελεγχθούν τα ζωτικά όργανα (ήπαρ νεφρά κλπ) για τυχόν προσβολή.

Στη συνέχεια αποστέλλεται αίμα σε ειδικά εργαστήρια για την καταμέτρηση των παρασίτων πριν την έναρξη της θεραπείας.
Ακολούθως το ζώο πρέπει να ελέγχεται 1, 2, 3, 6, 12 και 24 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας για την προσδοκώμενη μείωση των παρασίτων στο αίμα και τροποποίηση της θεραπείας ανάλογα με την περίπτωση (π.χ. επανενεργοποίηση της νόσου)
 

Η Λεισμανίαση είναι μία θανατηφόρος νόσος που μαστίζει μεταξύ των άλλων και τη χώρα μας.
Η σωστή πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση, η αποτελεσματική θεραπεία καθώς και η παρακολούθηση του παρασιτικού φορτίου του άρρωστου ζώου έχει επιφέρει θεαματικά αποτελέσματα στην ανάρρωση καθώς βοηθάει στον έλεγχο του νοσήματος και τον περιορισμό των κρουσμάτων.

Η Διροφιλαρίωση ή όπως είναι πιο διαδεδομένη «Το σκουλήκι της καρδιάς»μεταδίδεται στον σκύλο μετά από το τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού.Ο πολλαπλασιασμός του παρασίτου γίνεται στην πνευμονική αρτηρία και απελευθερώνονται οι μίκροφιλάριες που ανευρίσκονται στο αίμα του ζώου μετά από διάστημα 6-9 μηνών. Oι σκύλοι που έχουν μολυνθεί τις περισσότερες φορές παραμένουν ασυμπτωματικοί,όσα νοσήσουν όμως θα εμφανίσουν δύσπνοια, παροξυστικό βήχα (ιδαίτερα μετά από εκγύμναση πχ.κυνήγι), αναιμία,ανορεξία ,εύκολη κόπωση,κατάπτωση,κακή ποιότητα τριχώματος. Οι αλλοιώσεις που προκαλλούνται από τα παράσιτα οδηγούν σε σοβαρές βλάβες στα αγγεία της καρδιάς,των νεφρών και των πνευμόνων και σταδιακά σε διόγκωση της δεξιάς καρδιάς(cor pulmonale),υπέρταση,καρδιακή ανεπάρκεια και τέλος στο σύνδρομο της οπίσθιας κοίλης φλέβας και καταστροφή του ήπατος και το θάνατο.

Η διάγνωση μπορεί να γίνει με ένα ειδικό τέστ αίματος στο κτηνιατρείο μέσα σε 10 λεπτά ή σε συνεργασία με κάποιο εργαστήριο απο τις 2 πρώτες εβδομάδες μετά την μόλυνση.

Για την αντιμετώπιση της νόσου χρησιμοποιούμε ένα συνδιασμό φαρμάκων που στόχο έχουν την θανάτωση των ενηλίκων παρασίτων(Ενέσεις Μελαρσομίνης με απόσταση 1 μήνα μεταξύ τους) σε συνδιασμό με αυστηρό περιορισμό του ζώου και χορήγηση ασπιρίνης για πρόληψη θρομβοεμβολής και σταδιακή εξόντωση των μικροφιλαριών με ειδικά αντιπαρασιτικά χάπια (Milbemax,Interceptor) σε μηνιαία-διμηνιαια βάση για πάνω απο δύο χρόνια. Η χρήση προληπτικών ενέσεων για 6μηνιαία πρόληψη δεν συνίσταται λόγω πιθανής τοξίκωσης του ζώου βάση μελετών που έχουν γίνει.

Είναι εξαιρετικής σημασίας επομένως να μην ξεχνάμε το ετήσιο ή εξαμηνιαίο check up του σκύλου μας όπου και θα πρέπει να απαιτούμε να ελέγχεται και για διροφιλάρια.

Translate »